
Ο καρκίνος του μαστού είναι ο πιο συχνός τύπος καρκίνου στις γυναίκες. Στις ανεπτυγμένες χώρες, 1 στις 8 γυναίκες θα αναπτύξει καρκίνο του μαστού στη διάρκεια της ζωής της. Ο καρκίνος του μαστού εμφανίζεται κυρίως σε γυναίκες άνω των 50 ετών, ωστόσο 1 στις 5 γυναίκες που διαγιγνώσκονται με καρκίνο του μαστού είναι κάτω των 50 ετών. Ο καρκίνος του μαστού είναι εξαιρετικά σπάνιος στους άνδρες με αυτούς να καταλαμβάνουν το 1% των περιστατικών.
Τα συμπτώματα του καρκίνου του μαστού περιλαμβάνουν:
- Oζίδιο στο στήθος
- Αλλαγή στο μέγεθος ή το σχήμα του μαστού
- Διόγκωση του δέρματος ή πάχυνση του μαστού
- Ανεστραμμένη θηλή
- Εξάνθημα στη θηλή
- Έκκριμα από τη θηλή
- Οίδημα ή οζίδιο στη μασχάλη
- Πόνος ή δυσφορία στο στήθος που δεν εξαφανίζεται
- Ερυθρότητα του δέρματος
- Πάχυνση του δέρματος
Σημειώνεται πως τα παραπάνω μπορούν να εμφανιστούν και σε καλοήθεις καταστάσεις.
Οι παράγοντες κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του μαστού είναι οι εξής:
- Γυναικείο φύλο
- Έκθεση σε ιονίζουσα ακτινοβολία
- Αυξανόμενη ηλικία
- Λίγα ή καθόλου παιδιά
- Γενετική προδιάθεση (οικογενειακό ιστορικό ή μεταλλάξεις σε συγκεκριμένα γονίδια)
- Παχυσαρκία
- Έκθεση σε οιστρογόνα
- Αλκοόλ
Οικογενειακό ιστορικό
Το οικογενειακό ιστορικό αποτελεί ισχυρό παράγοντα προδιάθεσης για καρκίνο του μαστού. Γυναίκες με έναν συγγενή πρώτου βαθμού με καρκίνο του μαστού έχουν διπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού σε σύγκριση με μια γυναίκα που δεν έχει αυτό το οικογενειακό ιστορικό. Ο κίνδυνος αυξάνεται στο τριπλάσιο εάν αυτός ο συγγενής είχε διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού πριν την εμμηνόπαυση.
BRCA1 και BRCA2 μεταλλάξεις
Περίπου το 5% των καρκίνων του μαστού και πάνω από το 25% των περιπτώσεων οικογενούς καρκίνου του μαστού σχετίζονται με μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 ή BRCA2. Μία γυναίκα που φέρει BRCA1 μετάλλαξη έχει 65-95% δια βίου κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου μαστού, ενώ πάνω από το 90% των κληρονομούμενων καρκίνων μαστού και ωοθηκών πιστεύεται ότι σχετίζονται με κάποια μετάλλαξη στο BRCA1 ή BRCA2.
Με βάση το οικογενειακό ιστορικό μπορεί να ζητηθεί γονιδιακός έλεγχος. Αν βρεθεί ότι η ασθενής φέρει μετάλλαξη σε ένα από τα δύο αυτά γονίδια, θα γίνει γενετική συμβουλευτική κατά τη διάρκεια της οποίας θα συζητηθούν λύσεις για να μειωθεί ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου μαστού όπως η προφυλακτική αμφοτερόπλευρη μαστεκτομή και/ή σαλπιγγο-ωοθηκεκτομή (αφαίρεση ωοθηκών και σαλπίγγων).
Οι γυναίκες που φέρουν μία παθογόνο μετάλλαξη BRCA και δεν επιθυμούν τις χειρουργικές παρεμβάσεις μείωσης του κινδύνου, θα πρέπει να υποβάλλονται σε κλινική εξέταση κάθε 6-12 μήνες από την ηλικία των 25 ετών (ή 10 χρόνια νωρίτερα από το νεότερο μέλος της οικογένειας με διάγνωση καρκίνου μαστού), μαγνητική τομογραφία μαστών (MRI) κάθε 12 μήνες και ψηφιακή μαστογραφία κάθε 12 μήνες από την ηλικία των 30 ετών.
ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΣΤΑΔΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ
Για τη διάγνωση είναι απαραίτητη η βιοψία της βλάβης και θα ακολουθήσει ο απεικονιστικός έλεγχος με αξονική τομογραφία και/ ή σπινθηρογράφημα ώστε να σχεδιαστεί η εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση.
Για την επιλογή της βέλτιστης θεραπείας γίνεται ογκολογικό συμβούλιο που αποτελείται από ογκολόγο, γαστρεντερολόγο, χειρουργό, παθολογοανατόμο, ακτινολόγο. Το θεραπευτικό πλάνο μπορεί να περιλαμβάνει προεγχειρητική χημειοθεραπεία, χειρουργική αφαίρεση, ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία, στοχεύουσα χημειοθεραπεία, ορμονοθεραπεία.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ
Η επιλογή της θεραπείας θα εξαρτηθεί σημαντικά από την έκφραση ορισμένων υποδοχέων στα κύτταρα του όγκου. Για παράδειγμα, ασθενείς των οποίων ο όγκος εκφράζει ειδικούς ορμονικούς υποδοχείς μπορούν να λάβουν θεραπεία (ορμονοθεραπεία) με χάπια από το στόμα.
Ενθαρρύνεται η συμμετοχή σε κλινικές μελέτες με βάση τις οποίες οι ασθενείς θα έχουν την ευκαιρία να λάβουν πρωτοπόρες θεραπείες για τη νόσο τους με μηδενική οικονομική επιβάρυνση.
Στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο Θεσσαλονίκης δοκιμάζονται νεότερες θεραπείες για τις ασθενείς αυτές που φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματικές από τις ήδη υπάρχουσες.
Προεγχειρητική χημειοθεραπεία: Τείνει να κατακτά ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο και στον καρκίνο του μαστου. Υποψήφιες για προεγχειρητική συστηματική θεραπεία είναι ασθενείς με τοπικά εκτεταμένη ανεγχείρητη νόσο:
-Με φλεγμονώδη καρκίνο μαστού
– Με ογκώδη ψηλαφητή μασχαλιαία λεμφαδενοπάθεια (c N2- c N3)
-Με Τ4 όγκους
– Σε χειρουργήσιμους όγκους οι οποίοι όμως είναι: HER-2 θετικοί ή τριπλά αρνητικοί και ≥cT2 or ≥cN1
– Σε μεγάλους όγκους σε μικρό μέγεθος μαστού, σε ασθενείς που επιθυμούν χειρουργείο με διατήρηση μαστού
– Σε ασθενείς με θετικούς μασχαλιαίους λεμφαδενες που είναι πιθανό να γίνουν αρνητικοί με προεγχειρητικιή χημειοθεραπεία
Η πλήρης παθολογοανατομική ανταπόκριση pCR μετά από προεγχειρητική θεραπεία συνδέεται με μια εξαιρετικά ευνοϊκότερη πρόγνωση της νόσου
Ασθενείς που έχουν νόσο τοπική που εξαιρείται χειρουργικά, μπορεί να χρειαστούν ακτινοθεραπεία ή/ και χημειοθεραπεία με σκοπό την καταστροφή των καρκινικών κυττάρων που πιθανά έμειναν τοπικά η στην κυκλοφορία του αίματος.
Όσον αφορά στην ακτινοθεραπεία, αυτή έχει στόχο να αποστειρώσει το πεδίο της βλάβης ή να καταστρέψει καρκινικά κύτταρα σε λεμφαδένες.
Γυναίκες που θα χρειαστεί να υποβληθούν σε χημειοθεραπεία, έρχονται στην κλινική ανά διαστήματα 1-3 εβδομάδων για να λάβουν την αγωγή τους. Πρόκειται για ολιγόωρες συνεδρίες κατά τις οποίες οι ασθενείς λαμβάνουν ενδοφλέβια φάρμακα κυτταροτοξικά, δηλαδή φάρμακα που καταστρέφουν τα καρκινικά κύτταρα. Στη σύγχρονη εποχή, οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες όπως η ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, ουδετεροπενία αντιμετωπίζονται με την κατάλληλη προετοιμασία με υποστηρικτικά φάρμακα.
ΜΕΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ
Καρκινικά κύτταρα μπορεί να αποσπαστούν από την πρωτοπαθή εστία και να μεταναστεύσουν σε άλλο όργανο του σώματος. Ο καρκίνος του μαστού μεθίσταται συχνά στα οστά, στους πνεύμονες, στο ήπαρ και στον εγκέφαλο.
Για τις ασθενείς που τη στιγμή της διάγνωσης έχουν ήδη μεταστατική νόσο, η χειρουργική αφαίρεση της πρωτοπαθούς εστίας δεν έχει όφελος και θα χρειαστεί η έναρξη συστηματικής χημειοθεραπείας.
Για ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί ο έλεγχος ειδικών δεικτών στον καρκινικό ιστό, με βάση τους οποίους θα κριθεί αν η ανοσοθεραπεία μπορεί να ωφελήσει την ασθενή. Η ανοσοθεραπεία λειτουργεί ως μέσο αφύπνισης του ανοσοποιητικού συστήματος, που το καθιστά ικανό να αναγνωρίζει και να καταστρέφει καρκινικά κύτταρα.
Η στοχεύουσα θεραπεία περιλαμβάνει μόρια που στοχεύουν και αναστέλλουν ειδικά βιοχημικά μονοπάτια που υπερλειτουργούν σε συγκεκριμένους καρκίνους κάνοντας τους να αναπτύσσονται ταχύτερα.
Η έξυπνη χημειοθεραπεία περιλαμβάνει μεγάλα μόρια – αντισώματα που χορηγούνται ενδοφλέβια και στοχεύουν ειδικά τα καρκινικά κύτταρα απελευθερώνοντας εντός αυτών κυτταροτοξικά μόρια.
Σε αντίθεση, η παραδοσιακή χημειοθεραπεία, δρα κυτταροτοξικά για κάθε κύτταρο του οργανισμού που πολλαπλασιάζεται γρήγορα’ αυτός είναι και ο λόγος που ορισμένοι ασθενείς θα εμφανίσουν ουδετεροπενία ή τριχόπτωση, καθώς τα κύτταρα του αίματος και αυτά του τριχωτού της κεφαλής πολλαπλασιάζονται εξίσου γρήγορα.
