Ο καρκίνος του πνεύμονα είναι ο συχνότερος καρκίνος στον ανδρικό πληθυσμό και ο τρίτος συχνότερος στο γυναικείο πληθυσμό στην Ελλάδα, ενώ είναι ο δεύτερος συχνότερος παγκοσμίως και στα δυο φύλα.
Με την εφαρμογή των μέτρων πρόληψης (διακοπή του καπνίσματος) και ενημέρωσης, τα ποσοστά εμφάνισης της νόσου άρχισαν να μειώνονται στους άνδρες και πλέον και στις γυναίκες.
Ο ενεργητικός καπνιστής έχει 20 φορές περισσότερες πιθανότητες και ο παθητικός καπνιστής 2 φορές να αναπτύξει καρκίνο του πνεύμονα σε σύγκριση με έναν μη καπνιστή. Ωστόσο, ένας στους πέντε ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα δεν έχει καπνίσει ποτέ.
Τα συμπτώματα του καρκίνου του πνεύμονα δεν είναι χαρακτηριστικά για τη νόσο και με την εμφάνιση τους συνήθως θα ακολουθήσει εκτενής διαγνωστική προσπέλαση μέχρι την τελική διάγνωση.
Αυτά είναι τα εξής: βήχας συνεχιζόμενος ή/ και επιδεινούμενος, πόνος στο στήθος, δύσπνοια, αιμόπτυση, βράγχος φωνής, δυσκαταποσία, απώλεια βάρους και κόπωση.
Για τη σταδιοποίηση της νόσου θα χρειαστεί έλεγχος με αξονική τομογραφία ή/ και PET CT scan ενώ η βιοψία είναι απαραίτητη για την ταυτοποίηση του ιστολογικού τύπου και μετέπειτα στην επιλογή του θεραπευτικού σχήματος.
Ιστολογικά ο καρκίνος του πνεύμονα ταξινομείται σε μικροκυτταρικό και μη μικροκυτταρικό.
- Ο μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα αποτελεί το 85% των περιπτώσεων και μπορεί να διακριθεί περαιτέρω σε αδενοκαρκίνωμα, καρκίνωμα από πλακώδη κύτταρα και καρκίνωμα από μεγάλα κύτταρα.
- Το αδενοκαρκίνωμα είναι ο τύπος του καρκίνου του πνεύμονα που πιο πιθανά θα αναπτυχθεί σε έναν μη καπνιστή.
- Όσον αφορά στο μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, αυτός εμφανίζεται στο 15% των περιπτώσεων και χαρακτηρίζεται από ταχύτερη εξέλιξη της νόσου και συχνά θα διαγνωστεί ενώ έχουν ήδη παρουσιαστεί μεταστάσεις.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΟΝΑ
Για την επιλογή του θεραπευτικού πλάνου στήνεται πολυεπιστημονική θεραπευτική ομάδα που αποτελείται από τον ογκολόγο, πνευμονολόγο, χειρουργό, παθολογοανατόμο, ακτινολόγο.
Η θεραπεία του καρκίνου του πνεύμονα εξαρτάται από τον ιστολογικό τύπο και περιλαμβάνει τη χειρουργική αφαίρεση, την ακτινοθεραπεία, τη χημειοθεραπεία, την ανοσοθεραπεία και τη θεραπεία με στοχευτικά φάρμακα.
Ο μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα που διαγιγνώσκεται σε πρώιμα στάδια μπορεί να χειρουργηθεί και ο ασθενής να συνεχίσει με παρακολούθηση ή θεραπεία συντήρησης, τακτικές που εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νόσου εξατομικευμένα.
Ορισμένοι τύποι καρκίνου, όπως το αδενοκαρκίνωμα διακρίνονται από οδηγές μεταλλάξεις του καρκινικού γονιδιώματος και ο εντοπισμός αυτών επιτρέπει τη θεραπεία με στοχευτικά φάρμακα – χάπια που λαμβάνονται από το στόμα δίχως να χρειάζεται η παραδοσιακή έγχυση χημειοθεραπευτικών ενδοφλέβια.
Ενθαρρύνεται η συμμετοχή σε κλινικές ερευνητικές μελέτες με βάση τις οποίες οι ασθενείς θα έχουν την ευκαιρία να λάβουν πρωτοπόρες θεραπείες για τη νόσο τους με μηδενική οικονομική επιβάρυνση.
Σύγχρονες θεραπείες, όπως το θεραπευτικό εμβόλιο για εξατομικευμένη θεραπεία με νεοαντιγόνα (individualized neoantigen therapy – INT) βρίσκει πρόσφορο έδαφος στη θεραπεία ασθενών με χειρουργήσιμο μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια ενδομυική ένεση που γίνεται κάθε τρεις εβδομάδες και παρασκευάζεται ειδικά για τον κάθε ασθενή με βάση την ταυτότητα του όγκου του.
Σε πιο προχωρημένα στάδια θα προτιμηθεί ο συνδυασμός έξυπνης χημειοθεραπείας με ανοσοθεραπεία, ενώ η επιλογή ενός χειρουργείου απομακρύνεται από το θεραπευτικό πλάνο. Πρόκειται για ολιγόωρες συνεδρίες που γίνονται ενδοφλέβια ανά διαστήματα περίπου τριών εβδομάδων.
Η ανοσοθεραπεία λειτουργεί ως μέσο αφύπνισης του ανοσοποιητικού συστήματος, που το καθιστά ικανό να αναγνωρίζει και να καταστρέφει καρκινικά κύτταρα.
Η παραδοσιακή χημειοθεραπεία χρησιμοποιεί ουσίες οι οποίες έχουν κυτταροτοξική δράση και έχουν ως αποτέλεσμα τη διακοπή του πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων. Τη σύγχρονη εποχή, με την κατάλληλη προετοιμασία – συμπληρωματικά φάρμακα και την παρακολούθηση του ασθενή οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες προλαμβάνονται.
Κάποιοι τύποι του καρκίνου του πνεύμονα μπορεί να αντιμετωπίζονται ως χρόνιο νόσημα, αφού με την ανακάλυψη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων πλέον το προσδόκιμο επιβίωσης τείνει να αυξάνεται. Ορισμένοι ασθενείς μπορούν να έχουν καλή ποιότητα ζωής για πολλά χρόνια μετά τη διάγνωση, ενώ άλλοι μετά την πάροδο χρόνων δίχως υποτροπή μπορούν να θεωρηθούν θεραπευμένοι.
