Η ορμονοθεραπεία είναι μια μορφή θεραπείας καρκίνου που έχει ως στόχο να αποτρέψει ορισμένες ορμόνες του οργανισμού – οι οποίες προκαλούν αύξηση των καρκινικών κυττάρων- να ενεργοποιήσουν τα καρκινικά κύτταρα. Χορηγείται λοιπόν, για να επιβραδύνει ή να σταματήσει την ανάπτυξη καρκίνων που τροφοδοτούνται από ορμόνες. Αυτό επιτυγχάνεται είτε με την αναστολή της παραγωγής ορμονών στο σώμα, είτε με την παρεμπόδιση της δράσης τους στα καρκινικά κύτταρα.
Η ορμονοθεραπεία ενδείκνυται μόνο σε εκείνους τους όγκους στους οποίους η ανάπτυξη τους εξαρτάται από την ύπαρξη ορμονών (ορμονοεξαρτώμενοι όγκοι). Σε ορισμένους τύπου καρκινικών κυττάρων, υπάρχουν ορμονικοί υποδοχείς και μάλιστα σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς σε σχέση με τα φυσιολογικά κύτταρα. Τα παραπάνω κύτταρα, είναι πολύ ευαίσθητα στη διεγερτική δράση των ορμονών. Διαθέτουν ορμονικούς υποδοχείς στην επιφάνειά τους, με αποτέλεσμα οι ορμόνες που κυκλοφορούν ελεύθερα στο σώμα, να δεσμεύονται από αυτούς τους υποδοχείς και να προκαλούν κυτταρική ανάπτυξη. Τέτοιοι τύποι καρκίνου που είναι ευαίσθητοι στις ορμόνες, είναι:
- Καρκίνος του μαστού
- Καρκίνος του προστάτη
- Καρκίνος της μήτρας
- Καρκίνος των ωοθηκών
Ο έλεγχος για την ορμονοθεραπεία, γίνεται με εργαστηριακή εξέταση της ύπαρξης των υποδοχέων ή όχι, πάνω στον όγκο , στο παθολογοανατομικό εργαστήριο.
Η ορμονοθεραπεία περιλαμβάνει φάρμακα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να σταματήσουν την παραγωγή ορμονών από τους αδένες που τις παράγουν (π.χ. ωοθήκες, όρχεις ή φάρμακα που μπλοκάρουν τους υποδοχείς ορμονών στα καρκινικά κύτταρα, εμποδίζοντας τις ορμόνες να συνδεθούν και να διεγείρουν την ανάπτυξή τους.
Τύποι ορμονοθεραπείας
- Αναστολείς οιστρογόνων για τη θεραπεία καρκίνου του μαστού.
- Αναστολείς ανδρογόνων για τη θεραπεία καρκίνου του προστάτη.
- Αναστολείς αρωματάσης για τη θεραπεία καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
- LHRH ανταγωνιστές για τη θεραπεία καρκίνου του προστάτη και του μαστού.
Οι παρενέργειες της ορμονοθεραπείας διαφέρουν ανάλογα με τον τύπο της θεραπείας και τον ασθενή. Μπορεί να περιλαμβάνουν κόπωση, εξάψεις, αλλαγές στη διάθεση, μειωμένη οστική πυκνότητα και αύξηση βάρους.
