Οι όγκοι εγκεφάλου μπορεί να είναι κακοήθεις (και διαφορετικού βαθμού επιθετικότητας) ή καλοήθεις. Επίσης, χωρίζονται σε:
- Πρωτοπαθείς όγκοι εγκεφάλου που προέρχονται από τα εγκεφαλικά κύτταρα. Τέτοιοι είναι το γλοιοβλάστωμα, το αστροκύττωμα, το ολιγοδενδρογλοίωμα, το επενδύμωμα, το μηνιγγίωμα, το κρανιοφαρυγγίωμα, οι κύστεις Rathke, κ.α.
- Μεταστατικοί όγκοι εγκεφάλου των οποίων η πρωτοπαθής εστία βρίσκεται στον πνεύμονα, στο μαστό, στο δέρμα (μελάνωμα) και στο παχύ έντερο.
Η ταξινόμησή τους γίνεται ανάλογα με τον τύπο των κυττάρων, την τοποθεσία και την βαθμίδα κακοήθειας (grade).
Στους όγκους εγκεφάλου η θεραπεία περιλαμβάνει χειρουργική αφαίρεση, ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία, συνδυαστικά μεταξύ τους ή όχι, αναλόγως του όγκου και της κατάστασης του ασθενούς.
Ο Ογκολόγος Παθολόγος εφαρμόζει και πάλι αναλόγως του τύπου του όγκου, χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία ή στοχευμένη θεραπεία (σε επιλεγμένες περιπτώσεις).
Γλοιοβλαστώματα (Glioblastoma, GBM)
Το πολύμορφο γλοιοβλάστωμα (βαθμού IV) αποτελεί την επιθετικότερη μορφή γλοιώματος, μιας ομάδας όγκων του κεντρικού νευρικού συστήματος που προέρχονται από μια κατηγορία εγκεφαλικών κυττάρων που ονομάζονται αστροκύτταρα. Μπορούν να εμφανιστούν σε κάθε ηλικία. Οι όγκοι αυτοί μπορεί να παραμείνουν ασυμπτωματικοί για μεγάλο χρονικό διάστημα και να δώσουν συμπτώματα όταν πλέον έχουν εξαπλωθεί και είναι ανεγχείρητοι.
Τα πιο συχνά συμπτώματα τα οποία όμως είναι μη ειδικά, είναι:
-συμπτώματα που σχετίζονται με αυξημένη ενδοκράνια πίεση όπως κεφαλαλγία, ναυτία, έμετοι, υπνηλία
-διαταραχές όρασης και ομιλίας
-Αλλαγές στη συμπεριφορά και την προσωπικότητα
-ημιπάρεση
-Επιληπτικές κρίσεις κ.α.
ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Η μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου αποτελεί την καλύτερη απεικονιστική εξέταση για την ανίχνευση του γλοιοβλαστώματος αλλά και την εκτίμηση της εξαιρεσιμότητας του από το νευροχειρουργό.
Σε περίπτωση που η αφαίρεση είναι αδύνατη είναι απαραίτητη η ιστολογική επιβεβαίωση του όγκου η οποία γίνεται συνήθως με στερεοτακτική βιοψία. Με αυτό τον τρόπο παίρνουμε ιστό και για τον περαιτέρω μοριακό έλεγχο του όγκου ώστε να πάρουμε τις σωστές θεραπευτικές αποφάσεις.
ΘEΡΑΠΕΙΑ
Η πρώτη και πιο επιθυμητή θεραπευτική επιλογή είναι η χειρουργική επέμβαση η οποία σχετίζεται με καλύτερη πρόγνωση ειδικά σε περίπτωση ολικής εξαίρεσης του όγκου.
Η σύγχρονη χορήγηση χημειοθεραπείας με τεμοζολομίδη και ακτινοβολίας, ακολουθούμενη από χημειοθεραπεία, αποτελεί την κλασσική επικουρική θεραπεία στους χειρουργημένους ασθενείς.
Οι ακόλουθοι δείκτες πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν προγνωστικά αλλά και γιατί μπορούν να κατευθύνουν τη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων:
- Μετάλλαξη του γονιδίου IDH1 ή IDH2* Η παρουσία της σε γλοιοβλαστώματα υποδεικνύει ότι αυτοί οι όγκοι αναπτύχθηκαν επί εδάφους γλοιωμάτων χαμηλού βαθμού κακοήθειας και γενικά, έχουν καλύτερη πρόγνωση, συγκριτικά με τους υψηλού βαθμού κακοήθειας όγκους*χωρίς την συγκεκριμένη μετάλλαξη.
- Υπερμεθυλίωση του υποκινητή του MGMT γονιδίου* Η παρουσία του συγκεκριμένου δείκτη αντανακλά την ανικανότητα του όγκου να επιδιορθώσει τις βλάβες στο DNA μετά από χρήση συγκεκριμένων χημειοθεραπευτικών παραγόντων, που αποκαλούνται «αλκυλιούντες παράγοντες» * και συγκεκριμένα της τεμοζολομίδης. Έτσι,σε γλοιοβλαστώματα με παρουσία μεθυλίωσης στο MGMT γονίδιο, παρατηρείται χημειοευαισθησία του όγκου στην τεμοζολόμίδη.
Η χημειοθεραπεία περιλαμβάνει την από του στόματος χορηγούμενη τεμοζολομίδη, η οποία δρα παρεμβαίνοντας στην αντιγραφή του DNA των καρκινικών κυττάρων. Η τεμοζολομίδη χορηγείται ημερησίως από την πρώτη μέρα της ακτινοθεραπείας και καθ’ όλη την διάρκειά της. Στο τέλος της ακτινοβολίας , μετά από ένα σύντομο διάστημα διακοπής (διάρκειας περίπου 4 εβδομάδες), η τεμοζολομίδη συνεχίζεται σε υψηλότερη δοσολογία για τουλάχιστον 6 κύκλους χημειοθεραπείας (διάρκειας 6 μηνών).
Συμπληρωματικά ο ασθενής μπορεί να λαμβάνει αντιεπιληπτικά φάρμακα καθώς και κορτικοστεροειδή που δρουν ανακουφιστικά αντιμετωπίζοντας το σχετιζόμενο με τον όγκο οίδημα.
Η ανοσοθεραπεία αναπτύσσεται ραγδαία κατά τα τελευταία χρόνια με εξατομικευμένα εμβόλια αντιγόνων. Αρκετές ανοσοθεραπείες βρίσκονται σε κλινικές δοκιμές φάσης Ι/ΙΙ, σε ασθενείς με βάση γενετικά χαρακτηριστικά του όγκου.
