O καρκίνος του παχέος εντέρου είναι τρίτος σε συχνότητα εμφάνισης παγκοσμίως και συνηθέστερα εμφανίζεται στο σιγμοειδές ακολουθούμενα από το ανιόν κόλον.
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου αναπτύσσεται συνήθως σε έδαφος πολυπόδων. Οι πολύποδες είναι καλοήθεις αδενοματοειδείς εκβλαστήσεις που προβάλλουν στο εσωτερικό του αυλού του εντέρου οι οποίες ωστόσο μπορούν να εξαλλαγούν. Μεταλλάξεις στο γενετικό κώδικα των κυττάρων αθροίζονται με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ενός αδενοκαρκινώματος.
Παράγοντες κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου είναι η ηλικία, το οικογενιακό ιστορικό, οι πολύποδες και κληρονομικά σύνδρομα (πχ Κληρονομικός Μη Πολυποδισιακός Κολορθικός Καρκίνος), οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου (πχ νόσος Crohn, ελκώδης κολίτιδα), η διατροφή και το κάπνισμα.
Σημεία και συμπτώματα
Η νόσος είναι συνήθως ασυμπτωματική κατά τη διάγνωση. Τα συμπτώματα δεν είναι χαρακτηριστικά για τη νόσο και αυτά μπορεί να είναι αλλαγές στη συνήθειες των κενώσεων (διάρροια, δυσκοιλιότητα), αίμα στα κόπρανα, αναιμία και κόπωση.
Προληπτικός έλεγχος
Το πρόγραμμα προληπτικού ελέγχου συστήνει σε άτομα 50 ετών και άνω τον έλεγχο για καρκίνο παχέος εντέρου με test ανίχνευσης αιμοσφαιρίνης στα κόπρανα (self test) και ενδοσκόπηση κατώτερου πεπτικού συστήματος (ορθοσιγμοειδοσκόπηση). Η ηλικία έναρξης του προληπτικού ελέγχου εξαρτάται από επιβαρυντικούς παράγοντες όπως για παράδειγμα το θετικό οικογενειακό ιστορικό.
Η διάγνωση γίνεται με ιστοπαθολογοανατομική εξέταση της βλάβης και ακολουθεί η σταδιοποίηση με απεικονιστικές εξετάσεις.
Θεραπεία του καρκίνου του παχέος εντέρου
Για την επιλογή της βέλτιστης θεραπείας γίνεται ογκολογικό συμβούλιο που αποτελείται από ογκολόγο, γαστρεντερολόγο, χειρουργό, παθολογοανατόμο, ακτινολόγο. Το θεραπευτικό πλάνο μπορεί να περιλαμβάνει χειρουργική αφαίρεση, ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία ή στοχευμένη θεραπεία.
Όταν η διάγνωση γίνεται σε πρώιμα στάδια, ο όγκος είναι χειρουργικά εξαιρέσιμος και η πιθανότητα ίασης είναι υψηλή.
Σε πιο προχωρημένα στάδια επιλέγεται η χημειοθεραπεία σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία.
Η χημειοθεραπεία γίνεται με ενδοφλέβια έγχυση φαρμάκων ανά διαστήματα δύο ή τριών εβδομάδων ή με χάπια που λαμβάνονται από το στόμα. Mε την κατάλληλη προετοιμασία – συμπληρωματικά φάρμακα και την παρακολούθηση του ασθενή οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες προλαμβάνονται.
Η χημειοθεραπεία μπορεί να συνδυαστεί με ανοσοθεραπεία στις περιπτώσεις όπου φαίνεται με ειδικούς δείκτες να ωφελεί τον ασθενή.
Σε μεταστατική νόσο μπορεί να συνδυαστεί με βιολογικούς παράγοντες που αναστέλλουν την αγγείωση του όγκου και άρα την περαιτέρω εξάπλωση του.
Ειδικότερα μεταστάσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με χειρουργική εκτομή, με ραδιοσυχνότητες (RF ablation) ή με χημειοεμβολισμό.
Στη σύγχρονη εποχή, υπάρχει ποικιλία εναλλακτικών θεραπειών σε περίπτωση υποτροπής ή μη απάντησης στην αρχική θεραπεία. Τέτοια είναι στοχευμένα φάρμακα που αναστέλλουν συγκεκριμένα μοριακά μονοπάτια καταστρέφοντας τελικά τα καρκινικά κύτταρα.
